Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Εὖ ἐντύνασαν ἓ αὐτήν


Τα ενδύματα της ψυχής

Ραψωδία Ξ
στιχ. 153- 289

Και από του Ολύμπου κορυφήν τότε η χρυσόθρον’ Ήρα

ως έστεκε κι εκοίταζε, και τον αυτάδελφόν της

είδεν ομού και ανδράδελφον, με αγώνα να κινείται

στον πόλεμον εχάρηκε. Κι εξάνοιξε τον Δία

στην Ίδην την πολύβρυσην, στην άκρην κορυφήν της,

καθήμενον και μισητός εγίνη στην ψυχήν της.


Κι εσκέφθη η μεγαλόφθαλμη θεά πως θα ημπορούσε

να ξεπλανέψει αυτή τον νουν του αιγιδοφόρου Δία.

Και τούτο συμφερώτερον εφάνη στην ψυχήν της,

αφού ωραία στολισθεί να κατεβή στην Ίδην

ίσως αυτός στο πλάγι της να πέσει επιθυμήσει,

κι ύπνον κατόπιν άβλαβον και μαλακόν ν’ απλώσει,

σ’ εκείνου τα ματόφυλλα και στης καρδιάς τα βάθη.


Κι επήγεν εις τον θάλαμον που ο ποθητός υιός της

τεχνούργησεν ο Ήφαιστος με τα θυρόφυλλά του

λαμπρά και κλείδ’ αγνώριστη σ’ άλλον θεόν του Ολύμπου.

Και μέσα εμπήκε κι έκλεισε την στιλβωμένην θύραν

και πρώτα όλο το σώμα της το χαριτοπλασμένο

με αμβροσίαν εύμορφα καθάρισε και αλείφθη

λάδι άφθαρτο γλυκότατο με μύρα ευωδιασμένο.

Μόλις εκείνο αναδευθεί στα δώματα του Ολύμπου

γη και ουρανός μοσχοβολούν απ’ την γλυκιά πνοή του.


Τ’ ωραίο σώμα ως άλειψε κι εκτένισε την κόμην

έπλεξε με τα χέρια της τες άφθαρτες πλεξίδες,

που από την θείαν κεφαλήν λαμπρές εκυματίζαν.

Κι ενδύθη αμβρόσιο φόρεμα, οπού της είχε κάμει

η Αθηνά με πάμπολλες εικόνες πλουμισμένο.


Και το’χε κλείσει με χρυσές περόνες προς το στήθος.

Κι εζώσθη ζώνην που εκατόν είχε τριγύρω κρόσσες

και σκουλαρίκια πέρασε στες τρύπες των αυτιών της

τριόφθαλμα, πολύτεχνα, που αστράφταν όλα χάρη.

Κι εφόρεσε η σεπτή θεά της κεφαλής μαντίλα,

ωραίαν, ολοκαίνουργην, που’χε του ηλιού την λάμψιν,

και σάνδαλα προσέδεσε στα πόδια της ωραία.

Και αφού όλη εστολίσθηκεν, από τον θάλαμόν της

εβγήκ’ ευθύς κι εκάλεσε σιμά την Αφροδίτην

ανάμερ’ από τους θεους τους άλλους και της είπε:


«Θα στέρξεις άρα ό,τι σου ειπώ, παιδί μου, να μου κάμεις;

Ή τάχα θα μου τ’ αρνηθείς καθώς χολήν μου τρέφεις

επειδή εγώ τους Δαναούς βοηθώ και συ τους Τρώας.».


Σ’ αυτήν η κόρη του Διός απάντησε Αφροδίτη:

«Ω Ηρα, σεβαστή θεά, του υψίστου Κρόνου κόρη.

Ό,τι ποθείς λέγε μου ευθύς και να το κάνω θέλω

αν πράγμα είναι που γίνεται και να ημπορώ να πράξω.».


Με δόλον της απάντησεν η Ήρα η σεβασμία:

«Την χάριν και τον έρωτα σε με ζητώ να δώσεις,

οπού αθανάτους και θνητούς μ’ αυτά δαμάζεις όλους.

Θα πάω στα πέρατα της γης να εβρώ των θείων όλων

τον γεννητήν Ωκεανόν και τη Τηθύν μητέρα,

οπού με γλυκανάστησαν στα σπίτια τους, που η Ρέα

στην αγκαλιά τους μ’ έβαλεν, όταν ο Ζευς τον Κρόνον

κάτω απ’ την γην εβύθισε και κάτω απ’ τα πελάγη.

Πηγαίνω εκεί που άλυτες να λύσω διαφορές τους.

Ότι πολύν τώρα καιρόν, ως είναι χολωμένοι,

δεν θέλουν να συγκοιμηθούν στην νυμφικήν τους κλίνην.

Κι εάν με λόγια μαλακά μαλάξουν την καρδιά τους

ν’ ανταμωθούν ερωτικά στην κλίνην οπού αφήκαν,

αγαπητήν και σεβαστήν θα μ’έχουν στον αιώνα.».


Εκείνης η φιλόγελη απάντησε Αφροδίτη:

«Ό,τι ζητείς να σου αρνηθώ, δεν γίνεται, δεν πρέπει,

αφού του υψίστου των θεών κοιμάσαι στες αγκάλες.».


Είπε, απ’ τα στήθη έλυσε την κεντημένην ζώνην,

την θαυμαστήν, που όλες εκεί τες πλάνες είχε κλείσει.

Χάρις και πόθος είν’ αυτού, γλυκόλογα είναι μέσα,

συνομιλιά, καλή τον νουν να κλέψει και φρονίμων,

εκείνην της παρέδωκε στα χέρια και της είπε:

«Ιδού, βάλε στον κόλπον σου την θαυμαστήν μου ζώνην

τούτην, όπ’ έχει μέσα της ό,τι αν ειπείς, κι ελπίζω

πως όσα τώρα επιθυμείς θα κατορθώσεις όλα.».

Είπε και με χαμόγελο την άκουσεν η Ήρα

κι έβαλεν εις τον κόλπον της το θαυμαστό ζωνάρι.


Στο δώμα εσύρθη του Διός η κόρ’ η Αφροδίτη,

κι η Ήρ’ από τον Όλυμπον εχύθη της Πιερίας

άνωθεν και άνω των τερπνών βουνών της ιππομάχου Θράκης,

ούδ’ έγγιζαν οι φτέρνες της τες άκρες κορυφές των.

Εις την αφρώδη θάλασσαν κατέβη από τον Άθω,

ώσπου στην Λήμνον έφθασε του Θόαντος την πόλιν.

Αυτού τον Ύπνον έσμιξεν, αδέρφι του Θανάτου,

στο χέρι του το χέρι της έβαλε αυτή και του’πε:

«Ω Ύπνε, κύριε των θεών και των ανθρώπων όλων,

ως και άλλη μ’ άκουσες φορά και τώρα εισάκουσέ με.

Και στον αιών’ αμέτρητην θα σου γνωρίζω χάριν.

Τα λαμπρά μάτια του Διός, ω Ύπνε, κοίμησέ μου,

αφού εγώ πρώτα ερωτικά πλαγιάσω στο πλευρό του.

Άφθαρτον, εύμορφον θρονι χρυσό θα λάβεις δώρο,

που ο Ήφαιστος ο δυνατός υιός μου θα ποιήσει,

με κάτω το υποπόδι του, να το’χεις να στηρίξεις

σ’ αυτό τα λαμπρά πόδια σου, σαν είσαι εις το τραπέζι.».


Και προς αυτήν απάντησεν ευθύς ο γλυκός Ύπνος:


«Ω Ήρα, σεβαστή θεά, του υψιστου Κρόνου κόρη,

ευκόλως άλλον των θεών, αφθάρτων αιωνίων

ν’ αποκοιμήσω δύναμαι, τα ρεύματα και αν θέλεις

του ποταμού Ωκεανού, που εγίνη αρχή των όλων.

Αλλά δεν θα επλησίαζα προς τον Κρονίδην Δία,

ουδέ θα τον εκοίμιζα χωρίς την προσταγήν του.

Άλλος μ’ εδίδαξε ορισμός δικός σου την ημέραν

που αρμένιζε απ’ την Ίλιον, αφού την είχεν όλην

εξολοθρεύσει ο ψυχερός κείνος υιός του Δία.


Έκλεισα τότ’ εγώ τον νουν του αιγιδοφόρου Δία

γλυκά περιχυνόμενος και συ κακό του εσκέφθης

και ανέμων σφοδρών σήκωσες ορμήν εις τα πελάγη,

και τον επέταξες στην Κω, μακράν των ποθητών του.

Κι εκείνος άμα εξύπνησεν, αγρίεψε και σ’ όλο

το δώμα εκούντα τους θεούς, κι έξοχα εμέ ζητούσε.

Και απ’ τον αιθέρα μ’έριχνε στην θάλασσαν χαμένον,

αν πρόσφυγα δεν μ’ έσωζε στον κόλπον της η Νύκτα,

θνητών δαμάστρα και θεών. Και μ’ όλην την ψυχήν του

έπαυσε αυτός, φοβούμενος την Νύκτα να λυπήσει.

Και τώρα πάλι αβόλετον έργον να κάνω θέλεις.».


«Ύπνε», του απάντησε η θεά, «τι ανησυχείς με τούτα;

Θαρρείς πως τόσο πρόθυμος ο βροντοφόρος Δίας

των Τρώων θα ’ν’ εκδικητής, μ’ όσην χολήν επήρε

δια τον αγαπημένον του υιόν τον Ηρακλέα;

Αλλ’ άκουσε, των λυγερών Χαρίτων θα σου δώσω

μίαν εγώ να νυμφευθείς, δικήν σου να την έχεις.».


Και ο Ύπνος εις τον λόγον της εχάρη και της είπε:

«Όμωσε τώρα της Στυγός το φοβερό ποτάμι,

το ένα βάλε χέρι σου στην γην την πολυθρέπτραν

τ’ άλλο στην άσπρην θάλασσαν, να μαρτυρήσουν όλοι

όσοι θεοί κάτω απ’ τη γη στο πλάγι είναι του Κρόνου

που μίαν συ μου υπόσχεσαι των λυγερών Χαρίτων,

την Πασιθέαν, πόγινε λαχτάρα της ψυχής μου.».


Είπε και πρόθυμα η θεά, η Ήρα η λευκοχέρα,

ορκίσθηκε και ονόμασε τους υποταρταρίους,

έναν προς έναν τους θεούς, που λέγονται Τιτάνες.


Και αφού τον όρκον έκαμε, ξεκίνησαν και οπίσω

ομού την χώραν άφηκαν της Λήμνου και της Ίμβρου,

με γοργό βήμα και πυκνός τους τύλιγεν αέρας.



Στην Ίδην την πολύβρυσην, μάνα θεριών, εφθάσαν

και στο Λεκτό την θάλασσαν δια την στεριάν αφήκαν,

και κάτω από τα πόδια τους οι λόγγοι σειούν τες άκρες.

Ο Ύπνος στάθηκεν αυτού, μη τον ξανοίξει ο Δίας.

Και ανέβ’ εις έλατο τρανό που είχε βγει στην Ίδην

και ως τον αιθέρ’ απλώνονταν τα απέραντα κλαδιά του.


Αυτού, στου ελάτου τα δασιά κλωνάρια κουρνιασμένος,

προς τ’ ορεινό, καλόφωνο πουλί προσομοιάσθη,

το λέγου κύμινδη οι θνητοί, κι οι αθάνατοι Χαλκίδα.


Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ