Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Το Κλέος των Ομηρικών Επών

                                 Μούσα ΚΛΕΙΩ

 Φήμη και δόξα

Ο εντονότερος και πλέον επιθυμητός στόχος των ηρωικών μορφών στα ομηρικά έπη είναι να αποκτήσουν κλέος. Σ᾽ έναν κατά βάση ανταγωνιστικό κόσμο, όπου η υπόληψη ενός ήρωα ή μιας ηρωίδας εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το πώς τους βλέπουν και τους συζητούν οι άλλοι, το κλέος είναι το θεμελιώδες μέτρο για την αξία τους απέναντι στον εαυτό τους και στους άλλους. Σημαδεύει την κοινωνική τους ταυτότητα μέσα στο έπος, την ιστορία τους, που επιβιώνει στο στόμα των άλλων.
Η λέξη κλέος έχει στα δύο ομηρικά έπη δύο κύριες (συχνά συμπληρωματικές μεταξύ τους και επικαλυπτόμενες) σημασίες. Στην πρώτη, κάπως ουδέτερη, σημασία του το κλέος (με συναφές το ρήμα κλύω «ακούω») αναφέρεται σε «ό,τι ακούγεται» για ένα πράγμα, γεγονός ή ηρωικό υποκείμενο· κατ᾽ επέκταση, στη φήμη και στις διαδόσεις που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα και αποτελούν συχνά είδηση. Στην Ιλιάδα ο Αγαμέμνονας ντύνεται για την επικείμενη αριστεία του τον θώρακά του, που του τον δώρισε, λέει ο ποιητής, ο Κινύρας από την Κύπρο, μόλις έφτασε στο νησί του η μεγάλη είδηση (μέγα κλέος, Λ 21) για την αναχώρηση των Αχαιών στην Τροία. Στην Οδύσσεια ο Τηλέμαχος ρωτά τον χοιροβοσκό Εύμαιο για τη φήμη (κλέος, π 461) που κυκλοφορεί στην πόλη της Ιθάκης σχετικά με την επιστροφή του νεαρού ήρωα από την Πελοπόννησο.
Ακόμη και αντικείμενα, μέρη, μνημεία και γεγονότα έχουν κλέος ή χαρακτηρίζονται με το επίθετο κλυτός «ξακουστός», καθώς, άμεσα συνδεδεμένα με την ταυτότητα και τον ρόλο των ηρωικών μορφών, οι άλλοι τα συζητούν και έχουν να διηγηθούν κάτι γι᾽ αυτά τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον.
Στη δεύτερη -επιτονισμένη προέκταση της πρώτης- σημασία του το κλέος (με συγγενή τον επικό ρηματικό τύπο [ἐπι]κλείω«επαινώ, δοξάζω»), δηλώνει τη δόξα. Στην Ιλιάδα ο τρωαδίτης επίκουρος Ιφιδάμαντας, επιδιώκοντας τη δόξα σε βάρος των Αχαιών (κλέος […] Ἀχαιῶν, Λ 227), εγκατέλειψε τον γαμήλιο θάλαμό του και ήρθε να πολεμήσει στην Τροία. Κοιμήθηκε ωστόσο νιόγαμπρος τον χάλκινο ύπνο, μένοντας διάσημος με 27 περίπου στίχους. Στην Οδύσσεια η θεά Αθηνά αναφέρει στον Τηλέμαχο πως ο Ορέστης κατέκτησε δόξα (κλέος, α 298) πανανθρώπινη εξοντώνοντας τον Αίγισθο, που σκότωσε τον ξακουστό (κλυτόν, α 300) πατέρα του νεαρού ήρωα.
Το κλέος έχει σαφέστερη εγκωμιαστική χροιά στη σύνδεσή του με την αοιδή. Εξάλλου, το μέσο που διαδίδει και συντηρεί στα ομηρικά έπη το κλέος (στον πληθυντικό κλέα) είναι το τραγούδι. Οι αοιδοί δοξάζουν (κλείουσιν) τα ἔργα ἀνδρῶν τε θεῶν τε(α 338), ενώ τα κλέα ἀνδρῶν είναι το κεντρικό θέμα των τραγουδιών τους (θ 73, πρβ. I 189, Ησίοδος Θεογονία 99-100). Το κλέος έτσι δεν είναι μια αφηρημένη και απροσδιόριστη έννοια, καθώς η ύπαρξή του προϋποθέτει την επική ιστορία. Στα ομηρικά έπη αοιδοί και ποιητής ψάλλουν και διηγούνται κατορθώματα θεών και ηρώων που έχουν κλέος, προσδίδοντάς τους παράλληλα κλέος. Έτσι, μέσα στο επικό τραγούδι τα γεγονότα αποκτούν ένα είδος μονιμότητας και αντικειμενικής ύπαρξης που, σε σχέση με τη σύντομη ζωή των ακροατών, τα εδραιώνει στη σφαίρα της αιωνιότητας.
Κατά κάποιον τρόπο έξω από το έπος δεν υπάρχει κλέος. Οι ηρωικές μορφές αποκτούν φήμη και δόξα και έτσι γίνονται αοίδιμοι, άξιοι να τους θυμούνται μέσα από το επικό τραγούδι οι επόμενες γενιές. Στην Ιλιάδα ἀοίδιμοι για τις συμφορές που προκάλεσαν σε Αχαιούς και Τρώες θα γίνουν από τους κατοπινούς ανθρώπους η Ελένη με τον Αλέξανδρο (Ζ 357-358), ενώ στηνΟδύσσεια το κλέος της Πηνελόπης θα διαιωνιστεί με ωραίο τραγούδι (ω 196-198). Επίσης, το κλέος ανακλάται μέσα στο επικό τραγούδι, όταν ο Αχιλλέας ψάλλει κλέα ἀνδρῶν (I 189) και ο Οδυσσέας αυτοεπαινείται στους Φαίακες για το ανυπέρβλητο κλέος του (ι 20), που λίγο πριν έψαλλε ο αοιδός Δημόδοκος.
Η έγνοια των ηρώων και των ηρωίδων να επιβιώσουν μέσα στο επικό τραγούδι αντιστοιχεί στο ενδιαφέρον του ίδιου του ποιητή να προσδώσει μιαν ανάλογη ποιότητα στα γεγονότα που συνθέτουν το κλέος, εφόσον αυτό είναι το κύριο θεματικό υλικό της επικής του ιστορίας. Αν και ο Όμηρος δεν ομολογεί στο έπος το δικό του κλέος, δοξάζοντας ωστόσο τους ήρωες και τις ηρωίδες του παρελθόντος, προεξοφλεί κατά κάποιον τρόπο τη φήμη του δικού του έργου. Κατ᾽ επέκταση, ο έπαινος του ποιητή για το κλέος των ηρωικών του μορφών μπορεί να εκληφθεί και ως εγκώμιο για την ποίησή του.
Η σημασία που έχει το κλέος στα ομηρικά έπη προκύπτει και από το ότι εμπλέκεται στη σχέση εξάρτησης του ποιητή και του αοιδού από τις Μούσες, με την παρέμβαση των οποίων κατοχυρώνεται στη μνήμη των ακροατών η φήμη και η δόξα των ηρωικών μορφών. Ο ποιητής στην Ιλιάδα, λίγο πριν αρχίσει ο Κατάλογος των Πλοίων, επικαλείται τη βοήθεια των Μουσών, για να μπορέσει να αρχίσει την εκτενή διήγηση των δυνάμεων των Αχαιών που μετείχαν στον πόλεμο της Τροίας (Β 484-492):
Ψάλετέ μου τώρα, Μούσες, που ζείτε στα Ολύμπια παλάτια, γιατί εσείς είστε θεές, και βρίσκεστε παντού, και τα ξέρετε όλα· εμείς μόνο τη φήμη [κλέος] ακούμε και δεν ξέρουμε τίποτε: ποιοι ήταν οι αρχηγοί των Δαναών και οι κυβερνήτες; Για τους πολλούς δε θα μπορούσα να μιλήσω, ούτε να πω τα ονόματά τους, κι αν ακόμα είχα δέκα γλώσσες και δέκα στόματα και φωνή που δε θα έσπαζε και είχα ατσαλένια καρδιά μέσα μου, εκτός αν οι Ολυμπιάδες Μούσες, οι κόρες του Δία που κρατεί την αιγίδα, μου θύμιζαν πόσοι ήρθαν κάτω από το Ίλιο.
Οι Μούσες γνωρίζουν και ελέγχουν τα πάντα (παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα, κοντινά και μακρινά). Η πανταχού παρουσία και παντογνωσία τους εγγυάται την αλήθεια, την ακριβή και αξιόπιστη γνώση, η οποία στην επική παράδοση συνδέεται με τη Μνημοσύνη (Ησίοδος Θεογονία 52-53). Αντίθετα προς τις Μούσες, οι θνητοί/ποιητές αγνοούν την αλήθεια των γεγονότων, υποστηρίζοντας τη διήγησή τους μόνο με φήμες (κλέος) που ακούν, με τις προφορικές διαδόσεις και παραδόσεις. Έτσι, αρχικά το κλέος, με τη σημασία της φήμης, της επαναλαμβανόμενης πληροφορίας που κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους, υποστηρίζει την αντίθεση ανάμεσα στην άγνοια των θνητών/ποιητών και στην παντογνωσία των Μουσών. Όμως, με την προσφυγή του ποιητή στις Μούσες, για να του θυμίσουν τους αρχηγούς των Αχαιών και τα καράβια τους, κατοχυρώνεται κατά κάποιον τρόπο η αντικατάσταση του «κλέους-φήμη» με το αξιόπιστο, θεϊκής προέλευσης, κλέος, που του υποβάλλουν ως μάρτυρες των γεγονότων οι κόρες του Δία. Διακρίνεται έτσι το έργο του ποιητή από άλλες προφορικές παραδόσεις (τῶν πρόσθεν […] κλέα ἀνδρῶν | ἡρώων, I 524-525) που διηγούνται οι ήρωες στο έπος. Στην Οδύσσεια, εξάλλου, ο ποιητής αναφέρει πως η Μούσα εμπνέει στον αοιδό Δημόδοκο τα κλέα ἀνδρῶν (θ 73, πρβ. 481, 488, Ησίοδος Θεογονία 22-23):
η Μούσα παρακίνησε τον αοιδό να ψάλει τα κατορθώματα
γενναίων ανδρών [κλέα ἀνδρῶν].
Κατ᾽ επέκταση, ποιητές και αοιδοί στα ομηρικά έπη εμφανίζονται ως διαμεσολαβητές των Μουσών, ώστε δικαιολογημένα το έργο του ποιητή να συνοψίζεται στο «ακούω τη φήμη, δοξάζω τα έργα, τέρπω τους ανθρώπους» (Schadewaldt 1980, 99). Ωστόσο, η εξαρτημένη σχέση του ποιητή από τις Μούσες μπορεί και να μην είναι μόνο δείγμα υποταγής ή μετριοπάθειας, αλλά και ευέλικτος και αποτελεσματικός τρόπος διαφήμισης της δικής του τέχνης. 
Στην πραγματικότητα ο ίδιος ο ποιητής είναι τεχνίτης του κλέους. Το ίδιο το ομηρικό ποίημα αποφέρει δόξα, με αποτέλεσμα το μήνυμα (κλέος) να εμφανίζεται ως δημιουργία του μέσου (της αοιδής) που το διαδίδει.
Λ. Πόλκας

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Ευκλεής και ακλεής θάνατος

 Το κλέος στην Οδύσσεια

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια στηρίζονται σε μια κοινή παράδοση όσον αφορά το κλέος. Αυτή όμως η παράδοση τροποποιείται στηνΟδύσσεια, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι διαφορετικές προτεραιότητες του μεταγενέστερου έπους. Η Ιλιάδα είναι πολεμικό ποίημα, που υμνεί τη θνητότητα των ηρώων και τον αγώνα που δίνουν προκειμένου να κατακτήσουν την αθάνατη δόξα. Ο γυρισμός στην πατρίδα επαινείται μόνο στην περίπτωση που είναι νεκρώσιμος (παραδείγματα Σαρπηδόνα, Έκτορα). ΗΟδύσσεια είναι μεταπολεμικό ποίημα, που δοξάζει την επιβίωση, τον αγώνα που δίνει ο ήρωας, για να απεγκλωβιστεί από τον κλοιό του θανάτου που του επιφυλάσσει ο πόλεμος και να επιστρέψει ζωντανός στους δικούς του και στην πατρίδα του.

Η εξέλιξη του βασικού θέματος της Οδύσσειας, ο νόστος (εξωτερικός και εσωτερικός), ευνοεί την εμφάνιση και απόλεμων μορφών κλέους που δεν απαντούν στην Ιλιάδα. Στο πλαίσιο, για παράδειγμα, της φιλοξενίας τόσο ο οικοδεσπότης όσο και ο φιλοξενούμενος μπορεί να αποκτούν κλέος, κυρίως στη μορφή της φήμης και του καλού ονόματος. Έτσι ο νεαρός Τηλέμαχος κατά τη φιλόξενη παραμονή του στον Νέστορα και στον Μενέλαο κερδίζει το κλέος του, την ηρωική του ταυτότητα, ενώ ο πατέρας του, ανώνυμος ξένος των Φαιάκων, εύχεται στον Δία να εξασφαλίσει στον Αλκίνοο ἄσβεστον κλέος (η 333), στην περίπτωση που ο ξενιστής του βασιλιάς τηρήσει τη γενναιόδωρη υπόσχεσή του και τον στείλει στην πατρίδα του. Γενικότερα, το βλέμμα του ποιητή στην Οδύσσεια εποπτεύει ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών σχέσεων και θεσμών, που εμπλέκονται στην επιβίωση, καθώς και στο κλέος και στον νόστο που συνεπάγεται η επιβίωση.
Παρά τις επιμέρους, εξωτερικές αντιθέσεις της προς την Ιλιάδα, η Οδύσσεια δεν αρνείται το ιλιαδικό κλέος του θανάτου, όπως το εκφράζει τουλάχιστον ο πρωταγωνιστής της Αχιλλέας. Αντίθετα, το υποδέχεται, αναγνωρίζει καταρχήν τη σημασία του και το επαινεί. Στον επίλογο της Οδύσσειας συναντώνται στον Άδη οι ψυχές των δύο εσωτερικών εχθρών της Ιλιάδας, του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα, και συνομιλούν δείχνοντας ασυνήθιστη αμοιβαία συμπάθεια για το διαφορετικό τους τέλος. Πρώτα η σκιά του Αχιλλέα με μιαν ανεκπλήρωτη ευχή συμπάσχει για τον φριχτό θάνατο που βρήκε ο Αγαμέμνονας φτάνοντας στην πατρίδα του (ω.30-34):
Μακάρι τότε, τιμημένον με βασιλική τιμή, στην Τροία εκεί
να σε είχε βρει ο θάνατος, το τέλος της ζωής.
Οπότε κι οι Παναχαιοί τύμβο θα ύψωναν να σε τιμήσουν,
κι ακόμη θ᾽ άφηνες μεγάλο κλέος [μέγα κλέος] κληρονομιά στον γιο σου.
Μα τώρα ήταν πεπρωμένο σου λάφυρο να σε πάρει
ένας τρισάθλιος θάνατος.
Εμπόλεμος θάνατος στην Τροία, που σφραγίζεται με ταφή και τιμητικό τύμβο από τους συμπολεμιστές, συνθέτουν το μέγα κλέος που ο βασιλιάς των Αχαιών τελικά δεν άφησε πίσω του με τον άδοξο νόστο του. Στερήθηκε δηλαδή ό,τι κέρδισε πεθαίνοντας νέος στον πόλεμο της Τροίας ο Αχιλλέας. Αυτό εξάλλου ομολογεί, με την επόμενη απάντησή του, η σκιά του Αγαμέμνονα μακαρίζοντας τον νεκρό Αχιλλέα (ω 36-94): θάνατος στην Τροία, μάχη των Αχαιών γύρω από το σώμα του, θρήνος και τύμβος με παρεπόμενες τιμές αναδεικνύουν τον ωκύμορο ήρωα της Ιλιάδας ὄλβιον (ω 36), που άφησε πίσω του κλέος ἐσθλόν (ω 93-94):
Εσύ, Αχιλλέα, και νεκρός έσωσες έτσι τ᾽ όνομά σου,
αφού για πάντα, σ᾽ όλους τους ανθρώπους, λαμπρό το κλέος σου θα μείνει [κλέος ἔσσεται ἐσθλόν].
Αντιδιαστέλλοντας τον δικό του άγριο χαλασμό, που τον βρήκε από τον Αίγισθο και την άπιστη σύζυγό του, ο νεκρός Αγαμέμνονας (ω 96-97) εγκωμιάζει έμμεσα την απόφαση του Αχιλλέα στην Ιλιάδα να πεθάνει στην Τροία στερούμενος τον νόστο του. Στη «Μεγάλη Νέκυια» πάντως, όταν η σκιά του Αχιλλέα θρηνώντας συναντά τον ζωντανό Οδυσσέα (λ 467 κ.ε.), νοσταλγεί τη ζωή.
Ο Οδυσσέας, που εξηγεί στον νεκρό συμπολεμιστή του ότι κατέβηκε στον Άδη προκειμένου να μάθει τον δρόμο του μετέωρου ακόμη νόστου του, μακαρίζει, όπως η ψυχή του Αγαμέμνονα, τον νεκρό Αχιλλέα, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα ευτυχέστερο (μακάρτατον, λ 483) των θνητών στο παρόν και στο μέλλον: όσο ζούσε ο Αχιλλέας, οι Αργείοι τον τιμούσαν σαν θεό· αλλά και στον Άδη, αν και νεκρός, ο ήρωας διατηρεί στο ακέραιο την πολεμική του δύναμη - γι᾽ αυτό, δεν θα πρέπει να θλίβεται για τον θάνατό του. Ο Αχιλλέας ωστόσο απωθεί πρώτα την παρηγοριά του Οδυσσέα να μη θλίβεται και ύστερα τον έπαινό του, απαντώντας ότι θα προτιμούσε να ζούσε ως υπηρέτης φτωχού αφέντη στη γη παρά να είναι βασιλιάς των νεκρών (λ 488-491). Όπως προκύπτει και από τη συνέχεια του διαλόγου (λ 492-540), μέσα από την αντιπαραβολή της μεταπολεμικής επιβίωσης προς τον θάνατο, τονίζεται η διαφορετική μοίρα των δύο ηρώων.
Η ανεκπλήρωτη επιθυμία του νεκρού Αχιλλέα να υπερασπιστεί τον απροστάτευτο από τις απειλές των εχθρών του γέροντα Πηλέα στη Φθία (λ 494-503, πρβ. Ω 538-542) πραγματώνεται από τον Οδυσσέα, καθώς ο ήρωας, με τον νόστο του, θα εκδικηθεί τους μνηστήρες που απειλούσαν τη ζωή του γέροντα πατέρα του Λαέρτη. Σε αντίθεση επίσης προς τον Οδυσσέα, που θα συναντηθεί με τον γιο του Τηλέμαχο και θα εκτελέσουν μαζί το σχέδιο της μνηστηροφονίας, ο νεκρός Αχιλλέας δεν θα μπορέσει να σμίξει με τον γιο του Νεοπτόλεμο, για να συμμετάσχει ζωντανός στην αριστεία του κατά την άλωση της Τροίας (λ 492-493, 505-537). Σε σχέση με τα επόμενα δρώμενα της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας, γυρίζοντας στο σπίτι του, κατορθώνει ό,τι δεν κατόρθωσε με τον πρώιμο θάνατό του στον πόλεμο ο Αχιλλέας.
Από την άλλη μεριά, ο γιος του Αχιλλέα Νεοπτόλεμος συστήνεται από τον Οδυσσέα ως άξιος αντικαταστάτης, πρόμαχος του πατέρα του στον πόλεμο της Τροίας, βγαίνοντας σώος από τα δεινά του (λ 534-535). Κατορθώνει έτσι ό,τι δεν μπόρεσε να πετύχει με το ἄφθιτον κλέος του ο πατέρας του, ο οποίος, μετά το τέλος του διαλόγου του με τον Οδυσσέα, επιστρέφει, με καμάρι για τον γιο του, στο ασφοδελό λιβάδι του Άδη (λ 538-540). Η αριστεία βέβαια του Νεοπτόλεμου στην άλωση της Τροίας κατορθώνεται με τη διαρκή καθοδήγηση και προστασία που του παρέχει ο Οδυσσέας, αντικαθιστώντας κατά κάποιον τρόπο στον ρόλο του πατέρα τον Αχιλλέα. Εγκωμιάζοντας έτσι ο Οδυσσέας στον νεκρό Αχιλλέα τον γιο του Νεοπτόλεμο, επαινεί έμμεσα το δικό του στρατήγημα της άλωσης της Τροίας: την ενέδρα (λόχον, λ 525) με τον δούρειο ίππο, χάρη στο οποίο κατέκτησε το αοίδιμο κλέος του στην Οδύσσεια (θ 487-531, πρβ. λ 505-537).
Μέσα λοιπόν από τη διήγηση του Οδυσσέα, το κλέος του Αχιλλέα που του υποσχέθηκε η Ιλιάδα με τον πρώιμο θάνατό του στην Τροία, υποχωρεί στο κλέος που κερδίζει ο πρωταγωνιστής της Οδύσσειας με την άλωση της Τροίας αλλά και έμμεσα με τον νόστο του. Ο Οδυσσέας έτσι βγαίνει διπλά κερδισμένος: κατακτά πολεμικό κλέος εκπορθώντας την Τροία και επιπρόσθετα κατορθώνει να γυρίσει στο σπίτι του. Ο τρόπος εντούτοις με τον οποίο ένας ήρωας πεθαίνει, καθορίζει το κλέος του. Έτσι, στην Ιλιάδα το τέλος του Αχιλλέα προεξαγγέλλεται ως πρώιμος και ένδοξος θάνατος στο πεδίο της μάχης. ΣτηνΟδύσσεια αντίθετα το τέλος του πορθητή της Τροίας προφητεύεται από τον μάντη Τειρεσία (λ 134-137 = ψ 281-284) ως ήσυχος και γλυκός θάνατος στη στεριά, που θα βρει τον ηγεμόνα ήρωα σε βαθιά γεράματα και ανάμεσα σε υπηκόους που ζουν ὄλβιοι(ευτυχισμένοι και ευλογημένοι με όλα τα εγκόσμια αγαθά).
Με τον νόστο του ο Οδυσσέας ξεχωρίζει τόσο από τον Αχιλλέα όσο και από τον Αγαμέμνονα, καθώς δεν μπόρεσε πεθαίνοντας στην Τροία να κερδίσει το κλέος που πέτυχε ο Αχιλλέας. Εντούτοις, στην Οδύσσεια ο άδοξος θάνατος και η παρεπόμενη στέρηση του κλέους του Αγαμέμνονα εμφανίζονται ως απειλητικό ενδεχόμενο και για τον Οδυσσέα. Στην πρώτη ραψωδία ο Τηλέμαχος, εκμυστηρευόμενος τον κρυφό καημό του για τον χαμένο πατέρα του στην Αθηνά-Μέντη, μιμείται παραλλάσσοντας την ανεκπλήρωτη ευχή του Αχιλλέα προς τον Αγαμέμνονα (α 237-243, 237-240 ≈ ω 30-33):
Αν έβρισκε τον θάνατο, δεν θα ᾽ταν ο καημός μου τόσος,
αν είχε σκοτωθεί στην Τροία εκεί, με τους συντρόφους του στο πλάι,
ή, με το τέλος του πολέμου, ξεψυχούσε στων δικών του τα χέρια·
τότε οι Παναχαιοί θα τον τιμούσαν τύμβο υψώνοντας,
και για κληρονομιά στον γιο του θ᾽ άφηνε μεγάλη δόξα [μέγα κλέος].
Μα να που τώρα ανήκουστον [ἀκλειῶς] τον έχουν αναρπάξει οι Άρπυιες,
κι εξαφανίστηκε, χωρίς κανείς να μάθει πού και πώς,
αφήνοντας σ᾽ εμένα οδυρμούς κι οδύνες.
Όπως ο Αχιλλέας εύχεται στον Αγαμέμνονα στο τέλος της Οδύσσειας, έτσι και ο Τηλέμαχος στην αρχή του έπους λέει ότι θα ήταν καλύτερα να πέθαινε ο πατέρας του στον πόλεμο της Τροίας· θα είχε έτσι τουλάχιστον έναν τιμημένο τύμβο, ενώ ο γιος του, όπως ο Ορέστης, θα είχε κληρονομήσει μέγα κλέος (α 240, πρβ. ω 34). Ανάμεσα ωστόσο στις δύο ανεκπλήρωτες ευχές υπάρχει μια χαρακτηριστική διαφορά. Ενώ ο βασιλιάς των Αχαιών βρήκε τρισάθλιο θάνατο επιστρέφοντας στην πατρίδα του, ο πρωταγωνιστής της Οδύσσειας, κατά τον Τηλέμαχο, δεν πέθανε στα χέρια των δικών του, αλλά χάθηκε ἀκλειῶς: τον άρπαξαν στις εσχατιές του κόσμου οι Άρπυιες (προσωποποιημένες δυνάμεις των θυελλωδών ανέμων)· χωρίς να αφήσει πίσω του κανένα ίχνος (ἄϊστος) και χωρίς να μπορεί κάποιος να τον μνημονεύσει, να πει κάτι μέσα στο έπος γι᾽ αυτόν (ἄπυστος).
Το απελπισμένο αδιέξοδο του νεαρού ήρωα μπορεί να είναι υπερβολικό, όχι όμως και παντελώς άστοχο. Ο πατέρας του τη στιγμή αυτή είναι εγκλωβισμένος στο απόκοσμο νησί της Ωγυγίας, όπου η Καλυψώ τον θέλγει, όπως οι Σειρήνες, να ξεχάσει την Ιθάκη (α 56-57, ε 61), με αντάλλαγμα την αθανασία και την αγηρασία (ε 136 = ψ 336). Η επικείμενη απελευθέρωση του Οδυσσέα από τα καλυπτήρια θέλγητρα της νύμφης σηματοδοτεί την άρνησή του να διαγραφεί ἄϊστος και ἄπυστος από τη σκέψη των ανθρώπων και από την παρεπόμενη μεταθανάτια φήμη που του εξασφαλίζει το έπος της Οδύσσειας.
Ο έντονα διαφοροποιημένος από του Αγαμέμνονα χαμός του Οδυσσέα από προσώπου γης, όπως τον φαντασιώνεται ο Τηλέμαχος, έχει τη σημασία του: θέτει σε εκκρεμότητα τον νόστο του πρωταγωνιστή της Οδύσσειας, υποκινώντας το ερώτημα αν ζει τελικά ή πέθανε. Ταυτόχρονα ευνοεί την ανάπτυξη του, συμπληρωματικού προς τον νόστο, θέματος της αναζήτησης του πατέρα από τον γιο του. Αργότερα βέβαια, όταν ο νεαρός ήρωας ψάχνει κρυφά από τη μητέρα του το κλέος του αγνοούμενου πατέρα του στην Πελοπόννησο, η Πηνελόπη φοβάται μήπως προσθέσει στον θρήνο της για την άδοξη εξαφάνιση του ένδοξου άντρα της και τον «ανήκουστο» (ἀκλέα) χαμό του γιου της (δ 727-728).
Ο ένδοξος θάνατος στην Τροία ως προτιμητέα ηρωική συνθήκη από την άδοξη εξαφάνιση, την οποία νομίζει συντελεσμένη για τον πατέρα του ο Τηλέμαχος (αργότερα για τον Οδυσσέα και ο πιστός του δούλος ο Εύμαιος, ξ 368-371), εκφράζεται και από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή της Οδύσσειας στο ναυάγιό του της πέμπτης ραψωδίας (ε 306-312):
Καμιά πια σωτηρία, σκέτος όλεθρος. Ευτυχισμένοι
τρεις και τέσσερις φορές οι Δαναοί που είχαν την τύχη
στην ευρύχωρη Τροία να χαθούν για τους Ατρείδες.
Κι εγώ μακάρι εκεί να ᾽χα τελειώσει,
εκεί να μ᾽ έβρισκε η μοίρα του θανάτου, τη μέρα εκείνη που Τρώες
αμέτρητοι με σημαδεύαν με τα χάλκινά τους δόρατα,
καθώς για τον νεκρό Αχιλλέα πολεμούσα.
Τότε θα με τιμούσαν και με του τάφου τα κτερίσματα,
το όνομά μου οι Αχαιοί θα το είχαν δοξασμένο [κλέος ἦγον Ἀχαιοί]. Μα τώρα το γραφτό μου
ήταν να γίνω λεία ανήκουστου θανάτου.
Το ενδεχόμενο ο Οδυσσέας να βρει «ανήκουστο» (λευγαλέον) θάνατο στο πέλαγος ανακαλεί τον φόβο του ιλιαδικού Αχιλλέα μήπως τον πνίξει ο Σκάμανδρος (ε 312, Φ 281). Οι δύο ήρωες, αν ήταν να εξαφανιστούν χωρίς να τους πάρει είδηση κανείς, εύχονται να τους έβρισκε ένας συγκεκριμένος, ηρωικός θάνατος στη σύγκρουση με τους αντιπάλους τους στο πεδίο της μάχης. Η ιδέα και στα δύο ομηρικά έπη είναι κοινή: ο πρώιμος θάνατος του πολεμιστή στο πεδίο της μάχης εξασφαλίζει το κλέος του, που διαιωνίζεται μέσω του τιμητικού τύμβου. Εξάλλου, όπως ο Πάτροκλος καλεί τον Αχιλλέα στην Ιλιάδα να τον θάψει (Ψ 71-76), έτσι και ο Ελπήνορας ικετεύει τον Οδυσσέα στην Οδύσσεια (λ 66-78, πρβ. ω 186-190) να μην τον ξεχάσει άκλαυτο και άταφο, αλλά να του αποδώσει το γέρας θανόντων, ώστε βλέποντας το σήμα του να τον μνημονεύουν οι μέλλουσες γενιές. Αντίθετα, ο «ανήκουστος» χαμός των ηρώων από τις δυνάμεις της φύσης εξαφανίζει το κλέος, πολεμικό και μεταπολεμικό.
Από την άλλη μεριά, ο μακαρισμός των νεκρών Αχαιών στην Τροία, σε σχέση με την απειλητική εμπειρία του άδοξου χαμού που δοκιμάζει ο Οδυσσέας στο πέλαγος, παραπέμπουν στο άθλιο τέλος του Αγαμέμνονα. Αν οι δύο ήρωες πέθαιναν στην Τροία, θα είχαν τιμητικό τύμβο και θα κέρδιζαν κλέος, που τελικά εξασφάλισε μόνο ο Αχιλλέας, το σώμα του οποίου οι δύο ήρωες, μαζί με τους άλλους Αχαιούς, υπερασπίστηκαν γενναία στην Τροία (ε 309-310, πρβ. ω 36-42).
Λ. Πόλκας

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Το βασίλειο του Οδυσσέα




  ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΦΟΡΚΥΝΑ
Edward Lear 1863

Το  βασίλειο  του  Οδυσσέα : Ομηρικές  αναφορές  και  τα  ευρήματα
                                                                                                          της  αρχαιολογίας
Γράφει ο Αδάμης  Ευθύμιος
Εάν  δεχθούμε  λοιπόν  ότι  ο Οδυσσέας  ήταν  ένας  από  τους  μυκηναίους  βασιλείς  της  νοτίου  Βαλκανικής  που  πράγματι  έζησαν  κατά την Υστεροελλαδική  Περίοδο, τότε  θα  πρέπει  ν’  απαντήσουμε  σε  δύο βασικά  ερωτήματα : 
Α) Ποια  ήταν  τα  όρια  του  βασιλείου  του  Οδυσσέα  κατά  τον  Όμηρο ; (δηλαδή ποιες  περιοχές  περιελάμβανε ).
Β) Ποια  είναι  τα  αρχαιολογικά  ευρήματα(τεκμήρια), με  βάση  τις  επίσημες  έρευνες,  που  αποδεικνύουν  την  ύπαρξη  ενός  μυκηναϊκού  βασιλείου  σ’ αυτή  την  περιοχή ;
Α) Τα  γεωγραφικά  όρια  του  βασιλείου .
Οι  Ομηρικές  Αναφορές
Πως  οριοθετεί  λοιπόν  ο  Όμηρος  το  βασίλειο  του  Οδυσσέα;
Η  πιο  σημαντική αναφορά  στο  βασίλειο  του Οδυσσέα  βρίσκεται  στην Β΄ ραψωδία της Ιλιάδας,  (στον  «κατάλογο  νεών»), εκεί  όπου  απογράφονται  οι  επιμέρους  συμμετοχές  στην  τρωική  εκστρατεία  και  συνεπώς  οι  βασιλείς,  ο  αριθμός των  πλοίων  τους, οι  δυνάμεις  τους  και οι  περιοχές  που  απέστειλαν  στρατιώτες:
«Ο  Οδυσσέας   οδηγούσε  τους  γενναιόψυχους  Κεφαλλήνες,
οι  οποίοι  κατείχαν  την  Ιθάκη  και  τον  πυκνόφυτο  Νήριτο
και  νέμονταν  τα  Κροκύλεια  και  την  κακοτράχαλη Αιγίλιπα,
αυτοί  κατείχαν  και  νέμονταν  την  Ζάκυνθο  και  την  Σάμο    
είχαν  επίσης  την  στεριά  την  απέναντι  και  την  νέμονταν.
Αυτών  ήταν  αρχηγός  ο  Οδυσσέας, όμοιος  στην  σκέψη με το  Δία,
και  μαζί του  ακολουθούσαν  δώδεκα κοκκινόπλωρα  καράβια»
                                                                           Β  631- 637
Τι  δηλώνει  όμως   η  συγκεκριμένη  ομηρική  περιγραφή  του  βασιλείου;
Κατά  αρχάς, ο  ποιητής  ορίζει το  μέγεθός  του  και  τις  περιοχές  που  το αποτελούν  απογράφοντάς  τες   με  τα  τοπωνύμιά  τους, όπως  διατηρήθηκαν  και  αργότερα (για  αιώνες), κατά  δεύτερον  κατονομάζει  ποιος  ήταν  ο  λαός   που  το  κατοικεί, καθώς και  τη  στατιωτική  ισχύ  του:  συγκριτικά  με  τα  υπόλοιπα βασίλεια  της  περιοχής  στρατολογήθηκε  μια   μικρή  δύναμη, 12 πλοίων. 
Στο   συγκεκριμένο  εδάφιο  απογράφονται,  ως  μέρη  του  βασιλείου  των  Κεφαλλήνων,  οι  ακόλουθες  περιοχές :
1.Ιθάκη  με  τον  Νήριτο
2.Κροκύλεια
3.Αιγίλιπα
4.Ζάκυνθος
5.Σάμος
6.Ήπειρος  Αντιπεραία

Ο  Οδυσσέας  λοιπόν  ηγείται  των « Κεφαλλήνων»  και  το  βασίλειό  του  απλώνεται  στις  περιοχές  που  εκείνοι  κατοικούν  και  ελέγχουν,  αφού, όπως  μαθαίνουμε  στην Οδύσσεια,  ο  πατέρας  του, ο Λαέρτης  διοικώντας  τον  ίδιο  λαό, τους  Κεφαλλήνες,  επαύξησε  τα  όρια   του  βασιλείου (Ω  376-8), κυριεύοντας  την  πόλη «Νήρικο».